πολυόμματος


πολυόμματος
многоглазый

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πολυόμματος" в других словарях:

  • πολυόμματος — many eyed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυόμματος — ο / πολυόμματος, ον, ΝΜΑ νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. γένος λεπιδόπτερων εντόμων μσν. αρχ. 1. αυτός που έχει πολλά μάτια (α. «βουκόλον τίνα πολυόμματον Ἄργον τοὔνομα ἐπέστησεν», Λουκιαν. β. «τὰ πολυόμματα Χερουβίμ καὶ τά ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ», Μέγ.… …   Dictionary of Greek

  • πολυόμματον — πολυόμματος many eyed masc/fem acc sg πολυόμματος many eyed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυομμάτου — πολυόμματος many eyed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυομμάτων — πολυόμματος many eyed masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυόμματα — πολυόμματος many eyed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυόμματε — πολυόμματος many eyed masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • мъногоочитыи — (8*) пр. Многоокий, многоглазый (о херувимах и серафимах): начала || и власти г҃ьстви˫а слѹжѧть б҃ѹ прѣдъсто˫аще хѣвимъ [так!] серафимъ многоѡчитии трест҃ѹю пѣ(с) приносѧть ти. СбЯр XIII, 204–204 об.; мира просвѣти хѣровимъ серафимъ многоѡчитии.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • μυριόμματος — μυριόμματος, ον (Α) αυτός που έχει πάρα πολλά μάτια, πολυόμματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυρι(ο) * + όμματος (< ὄμμα, ὄμματος)] …   Dictionary of Greek

  • ομματόπλουτος — ὀμματόπλουτος, ον (Μ) πλούσιος σε οφθαλμούς, πολυόμματος («ἡ τῶν Χερουβὶμ ὀμματόπλουτος φύσις»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὄμμα, ατος + πλουτος (< πλοῦτος), πρβλ. ανδρό πλουτος] …   Dictionary of Greek

  • όμμα — το (ΑΜ ὄμμα, ατος, Α και ὄθμα, αιολ. τ. ὄππα) 1. το αισθητήριο όργανο τής όρασης, ο οφθαλμός, το μάτι («τυφλὸς τά τ ὦτα, τόν τε νοῡν τα τ ὄμματ εἶ...», Σοφ.) 2. μτφ. οπή, δακτύλιος νεοελλ. 1. βλέμμα, ματιά 2. φρ. α) «τυφλοίς όμμασι» με τυφλή… …   Dictionary of Greek